Recommended Posts

    Η χηνα και η μικρη Ερκυνα.

    Μια φορά κι όχι πριν πολύ καιρο,σε μια αρχαία αγορά ένας χαμογελαστός έμπορος πουλούσε τις χήνες του.

    Πέρασε από εκεί ο Τροφώνιος και σκέφτηκε πως μια ολόλευκη χήνα θα άρεσε πολύ στην Ερκυνα,τη μικρή και σκανδαλιάρα κορούλα του.

    Έδωσε δυο ασημένια νομίσματα στον έμπορο και γύρισε σπίτι με τη χήνα να φωνάζει που που στο δρόμο.

    Η Ερκυνα όταν είδε το δώρο της άνοιξε τα γαλανά ματάκια της ακόμα παραπάνω και έτρεξε στο λιβάδι να δείξει τη χήνα στη φίλη της, τη Περσεφόνη.

    Έπαιξαν ανάμεσα στους κρίνους και τους ανεμώνες και χωρίς να το καταλάβουν βρεθήκαν μπροστά στο άνοιγμα μιας σπηλιάς.

    Η χήνα ξεγλίστρησε από τα χεράκια τους και χάθηκε μέσα στο σκοτεινό ανοιγμα.Η Ερκυνα την ακολουθησε .Δεν ηθελε με κανένα τρόπο να χάσει το δώρο του πατερά της.

    Βρήκε τη χήνα να κρύβεται πίσω από μια πετρα.Ηταν σκοτεινά και η χήνα φοβισμένη δε μπορούσε πια να αναγνωρίσει ότι η σκιά που την πλησίαζε όλο και πιο πολύ ήταν του μικρού κοριτσιού .Η Ερκυνα συνέχισε να προχωρά ολο και πιο βαθειά στη σπηλιά και ξαφνικά χωρίς να το θέλει σκόνταψε πάνω στη πέτρα.

    Μια λάμψη εξαφάνισε το σκοτάδι και νερά άρχισαν να τρέχουν.

    Η Περσεφόνη ,που περίμενε στην αρχή της σπηλιάς την αγαπημένη της φίλη με τη χήνα, είδε ένα ποτάμι να ξεχυνεται.Τα σανδάλια και το φόρεμα της βραχηκαν.Μα και ένα δάκρυ έβρεξε το ροζ μαγουλάκι της.Η φίλη της η Ερκυνα,ειχε χαθει,ειχε γίνει ένα ποτάμι..

    Share this post


    Link to post
    Share on other sites

    Διαφημίσεις


    αχ τι ωραιο θεμα,θα σας γραψω και εγω ενα συντομο παραμυθακι-τραγουδακι που μου ελεγε η γιαγια μου οταν ημουν 5 ετων.(πριν 25 χρονια)

     

    παραμυθι μυθι-μυθι

    το κουκι και το ρεβυθι

    εμαλωνανε στη βρυση

    και περναει και η φακη

    και τα βαζει φυλακη

    και η φαβα της φωναζει

    φακη βγαλτα εξω δε πειραζει.

     

    φιλακια:-D

    Share this post


    Link to post
    Share on other sites
    Η χηνα και η μικρη Ερκυνα.

    Μια φορά κι όχι πριν πολύ καιρο,σε μια αρχαία αγορά ένας χαμογελαστός έμπορος πουλούσε τις χήνες του.

    Πέρασε από εκεί ο Τροφώνιος και σκέφτηκε πως μια ολόλευκη χήνα θα άρεσε πολύ στην Ερκυνα,τη μικρή και σκανδαλιάρα κορούλα του.

    Έδωσε δυο ασημένια νομίσματα στον έμπορο και γύρισε σπίτι με τη χήνα να φωνάζει που που στο δρόμο.

    Η Ερκυνα όταν είδε το δώρο της άνοιξε τα γαλανά ματάκια της ακόμα παραπάνω και έτρεξε στο λιβάδι να δείξει τη χήνα στη φίλη της, τη Περσεφόνη.

    Έπαιξαν ανάμεσα στους κρίνους και τους ανεμώνες και χωρίς να το καταλάβουν βρεθήκαν μπροστά στο άνοιγμα μιας σπηλιάς.

    Η χήνα ξεγλίστρησε από τα χεράκια τους και χάθηκε μέσα στο σκοτεινό ανοιγμα.Η Ερκυνα την ακολουθησε .Δεν ηθελε με κανένα τρόπο να χάσει το δώρο του πατερά της.

    Βρήκε τη χήνα να κρύβεται πίσω από μια πετρα.Ηταν σκοτεινά και η χήνα φοβισμένη δε μπορούσε πια να αναγνωρίσει ότι η σκιά που την πλησίαζε όλο και πιο πολύ ήταν του μικρού κοριτσιού .Η Ερκυνα συνέχισε να προχωρά ολο και πιο βαθειά στη σπηλιά και ξαφνικά χωρίς να το θέλει σκόνταψε πάνω στη πέτρα.

    Μια λάμψη εξαφάνισε το σκοτάδι και νερά άρχισαν να τρέχουν.

    Η Περσεφόνη ,που περίμενε στην αρχή της σπηλιάς την αγαπημένη της φίλη με τη χήνα, είδε ένα ποτάμι να ξεχυνεται.Τα σανδάλια και το φόρεμα της βραχηκαν.Μα και ένα δάκρυ έβρεξε το ροζ μαγουλάκι της.Η φίλη της η Ερκυνα,ειχε χαθει,ειχε γίνει ένα ποτάμι..

     

    πολυ ρομαντικο, δεν το εχω ακουσει ποτε ξανα, μπραβο καλη ιδεα ειχες!

    Share this post


    Link to post
    Share on other sites




    Γεία σας παιδιά, σε μια προσπάθεια να ανασύρω παλιά λαικά παραμύθια απ'όλη την ελλάδα,γράφω ένα βιβλίο με σκοπό να μαζέψω ότι μπορώ από αυτά για να μην χαθούν με το πέρασμα του χρόνου.Θα ήθελα να με βοηθήσετε αν μπορείτε ή αν κάποιος θυμάται κάτι από παλιά μπορει να μου στείλει μήνυμα.Δουλεύω πάνω σ'αυτό εδώ και 3 χρόνια και ομολογώ πως κόλλησα λιγάκι.Παλιά όπου κι αν πηγαίναμε κάποιος θα σε έβαζε στο σπίτι του να σου διηγηθεί κάποιο παραμύθι, μια ιστορία, κάποιο μύθο,τώρα δυστυχώς έχουν αλλάξει τα πράγματα.Είμαι καινουρια εδώ και δεν γνωρίζω πολλα, διάβασα όμως αυτό το όμορφο παραμύθι παρακάτω και πήρα το θαρρος να σας γραψω. Ελπίζω να τα λεμε συχνά από εδώ! Θα εκτιμούσα πολύ την βοηθειά σας!

    Share this post


    Link to post
    Share on other sites
    αχ τι ωραιο θεμα,θα σας γραψω και εγω ενα συντομο παραμυθακι-τραγουδακι που μου ελεγε η γιαγια μου οταν ημουν 5 ετων.(πριν 25 χρονια)

     

    παραμυθι μυθι-μυθι

    το κουκι και το ρεβυθι

    εμαλωνανε στη βρυση

    και περναει και η φακη

    και τα βαζει φυλακη

    και η φαβα της φωναζει

    φακη βγαλτα εξω δε πειραζει.

     

    φιλακια:-D

     

    κ περνα το μακαρονι κ τα απελευθερωνει!!!!!:P

    Share this post


    Link to post
    Share on other sites

    Πολυ όμορφο το τραγουδακι σου perlina θα σας γραψω κι εγω ένα παραμύθι που το έχω συναντήσει σε πολλα μέρη της Ελλαδας με διαφορετικό τέλος σε κάθε φορά.

    Το μαντήλι της Νεράιδας

     

     

     

     

    Μια φορά όταν ήταν ακόμα παλικάρι ελεύθερο ο Γεροθανάσης ο πατριώτης μας, κοιμόταν κάτω από τις θημωνιές. Ήταν καλοκαίρι, αλωνάρης μήνας. Εκεί που κοιμόταν να σου και ακούει ένα ποδοβολητό σαν χοροπήδημα και ένα τραγούδι αγγελικό. Ανοίγει λίγο τα μάτια του, κοιτάζει και βλέπει κάτι γυναίκες, κάθε μια πιο όμορφη από την άλλη να το χουν στρώσει στο χορό. Ο Γεροθανάσης κατάλαβε πως ήταν Νεράιδες και σηκώθηκε σιγά σιγά για να δει γιατί το έλεγε η καρδιά του. Οι Νεράιδες όμως, καθώς είδανε πως τις πήρε χαμπάρι, αρπάζουν αμέσως τα μαντήλια τους που τα είχαν αφήσει πάνω στις θημωνιές και σαν αστραπή χάθηκαν από μπροστά του. Ο γεροθανάσης είπε τότε με το νου του, «Βρε αυτές που έρχονται εδώ πέρα, θα πει πως δεν φοβούνται κανένα να τις πιάσει και έτσι πάλι θα έρθουνε». Αποφάσισε λοιπόν το άλλο μεσημέρι να κάνει τον κοιμισμένο και να πάρει το μαντήλι μιας που έβαλε στο μάτι. Γιατί άμα της πάρεις το μαντήλι της Νεράιδας, τότε αυτή παραδίνεται. Αφού λοιπόν τελείωσε ο Γεροθανάσης τη δουλειά του, ξάπλωσε στο συνηθισμένο του μέρος και εκεί περίμενε με μισόκλειστα τα μάτια. Μα από την πολλή την κούραση τον πήρε ο ύπνος. Ήρθανε οι Νεράιδες, χόρεψαν κάμποση ώρα και όταν ετοιμάστηκαν να φύγουν, πετάχτηκε ο Γεροθανάσης από τον ύπνο του. Δεν τις πρόφτασε όμως γιατί οι Νεράιδες έφυγαν. Ο μακαρίτης το έβαλε πείσμα και την άλλη μέρα πηγαίνει εκεί από το πρωί επίτηδες, χωρίς να πιάσει δουλειά. Να σου λοιπόν και το καταμεσήμερο φτάνουν οι Νεράιδες βγάζουν τα μαντήλια τους και αρχίζουν το χορό. Ο Γεροθανάσης αφού τις άφησε λίγο πετιέται σιγά σιγά και αρπάζει το μαντήλι της Νεράιδας που είχε βάλει στο μάτι. Όλες οι Νεράιδες αρπάξανε τα μαντήλια τους και έφυγαν και έμεινε εκείνη που της έλειψε το μαντήλι σκλάβα του Γεροθανάση. Αυτός τη πήρε στο σπίτι του, τη στεφανώθηκε και με τον καιρό απέκτησε και παιδιά. Έτσι τα χρόνια περνούσαν και ζούσαν πολύ καλά και ο καθένας τους καλοτύχιζε. Ξαφνικά όμως ένα πρωί εκεί που τακτοποιούσε κάτι ρούχα στο μπαούλο του άντρα της, η Νεράιδα βρίσκει το μαντήλι της. Το παίρνει, το φορεί στο κεφάλι της και γίνεται καπνός! Έρχεται ο Γεροθανάσης στο σπίτι του, φωνάζει τη γυναίκα του, που γυναίκα! Ρωτάει τα παιδιά του, του λένε πως την έχασαν από το πρωί. Λυπήθηκε κατάκαρδα που έχασε τέτοια όμορφη και προκομμένη γυναίκα και τη τρίτη μέρα ντύθηκε κατάμαυρα και μαυροφόρεσε και τα παιδιά. Ύστερα από λίγες μέρες είδε πως τα παιδιά του ήταν ντυμένα και χτενισμένα καθώς και πριν και τα ρώτησε ποιος τα άλλαξε και τα χτένισε έτσι. Τα παιδιά στην αρχή δε θέλανε να το πούνε, γιατί έτσι τα είχε πει η μάνα τους. Έπειτα όμως σαν τα ανάγκασε ο πατέρας τους, του ομολογήσανε πως η μάνα τους τακτικά κάθε πρωί ερχόταν και τα έβρισκε. Να μην τα πολυλογούμε, φύλαξε ένα πρωί, καθώς η Νεράιδα πήγε στο σπίτι και της πήρε το μαντήλι και το έκαψε στο φούρνο. Έτσι πλέον την είχε για πάντα στο αρχοντικό του.

     

    αυτό είναι το παραμύθι!:-) Μερικοι λένε, πως στο τέλος την βρήκε να παλεύει με τις άλλες νεραιδες στο ποτάμι με τους δράκους και την βοήθησε.Κι από τότε αυτή γύρισε μαζί του στο σπίτι. Άλλοι πάλι λένε πως δεν γύρισε ποτέ κια πως ακόμα την ψάχνει το παλικάρι!Άλλοι πάλι πως κάνανε ένα παιδί και το πήρε μαζί της και πως αυτό κλαίει τα βράδια για τον πατέρα του και πως αν περάσεις νυχτα από το ποτάμι θ΄ακούσεις το κλάμα του!!!

    Share this post


    Link to post
    Share on other sites

    Διαφημίσεις


    Εγγραφείτε ή συνδεθείτε για να σχολιάσετε

    Για να δημοσιεύσετε ένα σχόλιο θα χρειαστεί να είστε εγγεγραμμένο μέλος. Είναι δωρεάν.

    Δημιουργήστε νέα εγγραφή

    Κάντε εγγραφή να συμμετάσχετε στις συζητήσεις - είναι εύκολη και γρήγορη!

    Δημιουργήστε νέα εγγραφή

    Σύνδεση

    Έχετε ήδη έναν λογαριασμό χρήστη; Συνδεθείτε εδώ.

    Συνδεθείτε τώρα